Παρασκευή, 16 Νοεμβρίου 2007

Τα όρια της τέχνης (η "καταστροφή" της Αθήνας συνεχίζεται)

Μέχρι τις 2 Δεκεμβρίου συνεχίζεται η 1η Μπιενάλε της Αθήνας 2007 στους χώρους της Τεχνόπολης στο Γκάζι (έχει ξεκινήσει από τις 10 Σεπτεμβρίου) και η κεντρική της έκθεση τιτλοφορείται "Destroy Athens" στην οποία συμμετέχουν 57 καλλιτέχνες εκ των οποίων οι 17 είναι Ελληνες και η οποία χρηματοδοτήθηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού με 200.000 ευρώ. Ο εκθεσιακός χώρος έχει ενοποιηθεί, ώστε από την στιγμή που μπαίνεις, να οδηγεισαι κατευθυνόμενος μέσα από την αφηγηματική ιστορία 6 κεφαλαίων (κάθε κεφάλαιο και μία μέρα, όπως στη Γένεση, αλλά έβδομη ημέρα δεν υπάρχει, αφού στην τέχνη δεν υπάρχει ανάπαυση), μέσα από στοές, ανεβαίνοντας και κατεβαίνοντας επίπεδα, σε ένα κλειστοφοβικό σκηνικό, και τελικά καταλήγοντας στο τέλος της διαδρομής. H δραματουργία της έκθεσης ακολουθεί μια μέθοδο μεταπτώσεων και από κεφάλαιο σε κεφάλαιο η ατμόσφαιρα αλλάζει δραστικά, κινούμενη από το γενικό και πολιτικό, στο ειδικό και προσωπικό. Η ζωγραφική υποεκπροσωπείται, η φωτογραφία απουσιάζει, ενώ υπάρχουν πολλά βίντεο, ορισμένα από τα οποία με Ελληνικούς υποτιτλους. Για να τα δεί όλα κάποιος επισκέπτης, πρέπει να επισκεφτεί την έκθεση από το μεσημέρι.
Επιμελητές της έκθεσης είναι ο κριτικός τέχνης Αυγουστίνος Ζενάκος, η διευθύντρια του ιδρύματος ΔΕΣΤΕ Ξένια Καλπακτσόγλου και ο εικαστικός Πόκα Γιο (Πολύδωρος Καρυοφύλης).
Ο Αυγουστίνος Ζενάκος, αναφέρεται στον τίτλο "Destroy Athens" (δηλαδή "καταστρέψτε την Αθήνα") και αναλύει τι εννοεί: "Ουσιαστικά αυτό για το οποίο μιλάμε είναι το δικαίωμα κάθε ανθρώπου να μην είναι αυτό που είναι. Πιστεύουμε ότι ο άνθρωπος, το υποκείμενο, ορίζεται βασικά από τις αντιλήψεις των άλλων....η Αθήνα είναι μια μεταφορά για εμάς, για αυτό που είμαστε...την καταστρέφουμε με την έννοια ότι διεκδικούμε ως υποκείμενα το δικαίωμα να μην είμαστε αυτό που είμαστε." Ο τίτλος συμβολικός και ανατρεπτικός. Αλλά αρκεί αυτό;
Στην πραγματικότητα ο τίτλος δίνει τέτοια ελευθερία στον καλλιτέχνη, ώστε ότι και να δημιουργήσει, κατά μία άποψη υπηρετεί το νόημα της έκθεσης. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να μήν υπάρχει σοβαρός συνδετικός κρίκος ανάμεσα στα περισσότερα έργα. Βέβαια γι'αυτό το λόγο η έκθεση χωρίστηκε σε 6 κεφάλαια, ώστε να ομαδοποιηθούν κάπως τα έργα.
Όπως διαβάζω "ο στόχος της έκθεσης είναι να επιτεθεί στα στερεότυπα". Σύμφωνα με τον Poco Yio, "υπάρχουν τουλάχιστον τρία διακριτά στερεότυπα (της Αθήνας). (η) Αθήνα που απαξιώνει ο κάτοικός της βρίζοντάς τη για την ασχήμια της και τις μύριες ταλαιπωρίες που του προκαλεί...(η) Αθήνα που προβάλλεται μέσα από τα τουριστικά σλόγκαν σαν κιτς χολιγουντιανή καρικατούρα της ιστορίας της...(και) τέλος, (η) Αθήνα που ζει μέσα σε κάθε πολίτη, του δυτικού τουλάχιστον κόσμου, σαν σύμβολο της Δημοκρατίας, στο όνομα της οποίας όμως σήμερα εξαγγέλλονται κατακτητικοί πόλεμοι".
Μιλώντας για έκθεση μοντέρνας τέχνης, είναι επιβεβλημένο να παραθέσω κάποια βασικά στοιχεία γύρω από την τέχνη, ώστε η παρουσίαση να είναι ολοκληρωμένη.
Οι εκθέσεις λοιπόν ξεκίνησαν ουσιαστικά κατά τον 18ο αιώνα ως μια προσπάθεια να προωθηθούν τα έργα των καλλιτεχνών που μαθήτευαν στις ακαδημίες (σχολές καλών τεχνών), αφού μέχρι τότε μαθήτευαν στους παλιότερους, πιο γνωστούς και καταξιωμένους καλλιτεχνες, των οποίων τα έργα προτιμούσε το κοινό. Οι εκθέσεις έγιναν κοσμικά γεγονότα και αρκετοί καλλιτέχνες προσπαθούσαν να τραβήξουν την προσοχή του κοινού δημιουργώντας θεαματικά και επιτηδευμένα έργα. Υπήρξε λοιπόν διαφωνία ανάμεσα σε αυτούς που δημιουργούσαν έργα για να εντυπωσιάσουν και σε άλλους που βρίσκονταν στο περιθώριο, ακολουθώντας ένα μοναχικό δρόμο. Από την περίοδο αυτή και ύστερα παρουσιάζεται μία τάση συνεχών πειραματισμών και ελευθερίας στην τέχνη. Οι κριτικοί και το κοινό, συνηθισμένοι σε συμβάσεις, καταδίκαζαν και λοιδορούσαν τους καλλιτέχνες που τολμούσαν να εκφραστούν με διαφορετικό τρόπο, όπως συνέβη με την κίνηση των Ιμπρεσιονιστών, όπου σημασία είχε η εντύπωση και όχι η ακρίβεια. Η αρχική αρνητική αντιμετώπιση του Ιμπρεσιονισμού και η μεταγενέστερη αποδοχή του, αποτέλεσαν και μία καθαρή αποτυχία για την αξία της κριτικής και των κριτικών. Αργότερα βέβαια οι τάσεις ενσωματώθηκαν στον κορμό αυτού που αποκαλούμε σήμερα Τέχνη και θεωρούνται ακόμα και συμβατικές, για τα σύγχρονα δεδομένα. Αυτό δείχνει πόσο δύσκολο είναι να αναγνωριστεί μία καινοτομία στην τέχνη, στην εποχή της. Γι'αυτό πρέπει να κάνουμε μία διάκριση ανάμεσα στην "επίσημη" τέχνη, την ακαδημαϊκή δηλαδή τέχνη και στην διαχρονική τέχνη (πιθανώς αντισυμβατική για την εποχή της), χωρίς να σημαίνει οτι μέρος της επίσημης τέχνης δεν είναι και διαχρονική. Πολλά έργα που χαρακτήριζαν κάποιες εποχές, έχουν πέσει στην λήθη της ιστορίας και θεωρούνται ελάσσονα πλέον.
Αργότερα στα τέλη του 19ου αιώνα άρχισε να αναπτύσσεται αυτό που αποκαλούμε μοντέρνα τέχνη, δηλαδή η αποκοπή της τέχνης από την παράδοση και από την πιστή αναπαράσταση, και η χρήση του πειραματισμού μέσω της αφαίρεσης, της αποδόμησης, της λειτουργικότητας. Επίσης σημασία δεν είχε πλέον το θέμα, αλλά η μορφή. Για παράδειγμα στην αφηρημένη τέχνη, δεν υπήρχε αντικείμενο παρά μόνο μία μουσική χρωμάτων. Στον Κυβισμό, σημασία έχει η φόρμα, και λιγότερο το θέμα, το οποίο πρέπει να ειναι οικείο, για να γίνει αντιληπτό, ενώ στον Πριμιτιβισμό σημασία έχει η επιστροφή στο απλό, αγνό και γνήσιο, μακριά από επιτήδευση. Στον Εξπρεσιονισμό ο καλλιτέχνης προσπαθούσε να δείξει πως η ζωή έχει και τη σκοτεινή πλευρά της, και επομένως η τέχνη έπρεπε να την απεικονίσει, αν ήθελε να είναι αληθινή. Με αυτόν τον τρόπο, πολλά έργα λειτουργούσαν αφυπνιστικά στη νιρβάνα των απλών ανθρώπων. Στον Υπερρεαλισμό (Σουρεαλισμό) υπάρχει η λαχτάρα να δημιουργηθεί κάτι ονειρικό που να υπερβαίνει την πραγματικότητα. Σύμφωνα με μία άποψη, η έμπνευση του καλλιτέχνη στρεβλώνεται όταν αυτός προσπαθεί να την περιορίσει μέσα από τον συνειδητό έλεγχο που ασκεί στο έργο του, άρα θα έπρεπε να αφήνεται ελεύθερη σύμφωνα με τους δικούς της νόμους.
Ενώ μέχρι και τον 19ο αιώνα η κατάκτηση της τεχνικής εκ μέρους του καλλιτέχνη αποτελούσε απαραίτητο προαπαιτούμενο για την περαιτέρω αξιολόγηση των έργων του, σήμερα θεωρείται από κάποιους τροχοπέδη στην έκφραση. Δεν υπάρχει επομένως κάποια σχετικά αντικειμενική βάση, πάνω στην οποία να αξιολογούνται καλλιτέχνες και καλλιτεχνήματα.
Το ενδιαφέρον είναι οτι ενώ αρχικώς η μοντέρνα τέχνη αντιμετωπίστηκε εχθρικά από το κατεστημένο της εποχής και το κοινό, σήμερα συμβαίνει το αντίθετο: ο πειραματισμός (που έχει γίνει ακραίος) γίνεται αποδεκτός με ενθουσιασμό από τον τύπο, το κοινό, αλλά και το ίδιο το κράτος με την διοργάνωση και υποστήριξη εκθέσεων. Στην εποχή της υπερβολής, τίποτα υπερβολικό πλέον δεν δημιουργεί αντίδραση. Αντίθετα η πιο συμβατική καλλιτεχνική έκφραση γίνεται δεκτή με απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς ως παλιομοδίτικη. Γιατί οι σύγχρονες τάσεις στην τέχνη είναι περισσότερο από ποτέ άλλοτε της μόδας, χωρίς να ξέρει κανείς την ημερομηνία λήξης τους. Γι'αυτό ακόμα και ιστορικοί και κριτικοί της τέχνης μένουν αμήχανοι μπροστά στην ποικιλία των διαφόρων ρευμάτων και τις τεχνοτροπίες και δεν μπορούν να τα αξιολογήσουν ως προς το ειδικό τους βάρος.
Η παιδεία και η κοινωνία με τις αλλαγές της, διαμόρφωσαν τις συνθήκες για μεγαλύτερη ανεκτικότητα στο διαφορετικό. Τα έργα τέχνης συνήθως αξιολογούνται σύμφωνα με την κοινωνική και οικονομική θέση αυτών που τα χρησιμοποιούν. Όσοι βρίσκονται στις ανώτερες τάξεις, κρίνουν ανώτερα τα έργα τέχνης που χρησιμοποιούν, σε σχέση με αυτά των χαμηλότερων τάξεων. Το ίδιο συμβαίνει και στις διαφορετικές κοινωνίες. Όμως η πολυπολιτισμικότητα και η παγκοσμιοποίηση άμβλυνε τους διαχωρισμούς. Από την μοντέρνα τέχνη καταλήξαμε στο μεταμοντερνισμό (δεκαετία 1970), όπου έγινε προσπάθεια να μειωθεί η απόσταση ανάμεσα στην "υψηλή" και την μαζική τέχνη, την τέχνη δηλαδή που μπορεί να παραχθεί από τις μάζες ή για χάρη των μαζών. Η μοντέρνα τέχνη είχε απομακρύνει το φιλότεχνο κοινό από αυτήν και απευθυνόταν σε μία κλειστή ελίτ. Ο αντικομφορμισμός της μοντέρνας τέχνης, ως άρνηση της κλασσικής φόρμας και της παράδοσης, οδήγησε και αυτός στο ίδιο αδιέξοδο, δηλαδή έγινε και αυτός καθεστωτικός. Ξεκίνησε ως κριτική της αστικής κοινωνίας, αλλά τελικά συνδέθηκε μαζί της. Ήρθε λοιπόν ο μεταμοντερνισμός να διευρύνει τα όρια της τέχνης, να συμπεριλάβει και την παλιά (παραδοσιακή) τέχνη, δημιουργώντας ένα μείγμα όπου οτιδήποτε μπορεί να χρησιμοποιηθεί, ως ένας ιδεολογικός πλουραλισμός (πάντως, μία άποψη θεωρεί οτι ο μεταμοντερνισμός αποτελεί υποκατηγορία του μοντερνισμού). Για παράδειγμα, τα multimedia με τη χρήση video, ανήκουν στον μεταμοντερνισμό. Χωρίς να αποκλείονται οι πειραματισμοί που εξακολουθούσαν να απευθύνονται σε μία φιλότεχνη ελίτ, με την είσοδο της μαζικής κουλτούρας επανακαθορίστηκαν τα πλαίσια και οι ορισμοί της τέχνης, ώστε να συμμετέχουν άνθρωποι που παλιότερα δε πληρούσαν τα κριτήρια του καλλιτέχνη και του φιλότεχνου. Το αποτέλεσμα ήταν μέρος της τέχνης να γίνει πιο προσιτό στις μάζες (όχι όμως συνήθως και πιο κατανοητό στην ουσία του) και να γίνει πιο άμεση η πρόσβαση του καλλιτέχνη σε αυτές. Οπώς λέει ο Αυγουστίνος Ζενάκος σε παλιότερο άρθρο του,"το όριο μεταξύ υψηλής και χαμηλής κουλτούρας θεωρείται πλέον θολό και απροσδιόριστο. Οι υποστηρικτές του διαχωρισμού έχουν περιβληθεί τον μανδύα του ελιτισμού και οι οπαδοί της ενσωμάτωσης αυτόν της εκλαΐκευσης".
Παράλληλα με το φαινόμενο αυτό, παρατηρούμε και την ολοένα και μεγαλύτερη εμπορευματοποίηση και μαζικοποίηση της τέχνης, με χαρακτηριστικό την πτώση της ποιότητάς της. Πρόκειται για μία σύγχρονη βιομηχανία, γύρω από την οποία κινείται ένας ολόκληρος κόσμος, ένα άτυπο χρηματιστήριο με πωλητές και αγοραστές, πληστηριασμούς, εκτιμητές, συλλέκτες, εμπόρους τέχνης, παραχαράκτες, ΜΜΕ, κριτικούς τέχνης, χορηγούς. Η αξία του καλλιτέχνη δεν αναγνωρίζεται συνήθως με φυσικό τρόπο, επιβάλλεται από ομάδες ανθρώπων με διασυνδέσεις και τις κατάλληλες προσβάσεις. Τα ΜΜΕ και οι κριτικοί έχουν τον τρόπο τους να πείθουν για την "αξία" του εκάστοτε καλλιτεχνικού προϊόντος. Αρκεί ο ειδήμων να εκφραστεί κολακευτικά για τον καλλιτέχνη, ώστε οι άμαθες και ανυποψίαστες μάζες να τσιμπήσουν και να τον αποθεώσουν, σίγουρες και ενθουσιασμένες για το οτι συμπλέουν με την (άτυπη) καλλιτεχνική ελίτ. Το ίδιο ισχύει και για όσους μέσα από την κατοχή έργων τέχνης, θέλουν να δείξουν οτι νοιάζονται για την τέχνη, ενώ παραλληλα ακολουθούν τις προσταγές της μόδας και επιβεβαιώνουν το status τους. Άλλωστε μετά από τις παταγώδεις αποτυχίες του παρελθόντος, όταν χλευάστηκαν σημαντικοί καλλιτέχνες στον καιρό τους, και οι οποίοι καταξιώθηκαν αργότερα, το να απορρίψει κανείς ένα νέο καλλιτεχνικό δημιούργημα αποτελεί διαρκή παγίδα για την κριτική ικανότητά μας.
Γυρνώντας στην έκθεση Destroy Athens, και προσπαθώντας να αναλύσω τη φράση "ο στόχος της έκθεσης είναι να επιτεθεί στα στερεότυπα", θυμήθηκα οτι η ίδια η σύγχρονη τέχνη λειτουργεί έξω από και εναντίον των στερεοτύπων. Αυτό που μένει τελικά είναι η ελευθερία έκφρασης, χωρίς τον περιορισμό των παραδοσιακών μέσων, που φτάνει συχνά σε αντιαισθητικά αποτελέσματα (π.χ. στην συγκεκριμένη έκθεση, ο επαναλαμβανόμενος εμετός ή ο αυνανισμός του καλλιτέχνη). Η ελευθερία έκφρασης οδηγεί σε πλαίσια όπου συχνά απουσιάζει η έμπνευση, και το μόνο που μένει είναι η πρωτοτυπία για την πρωτοτυπία και το σοκάρισμα του θεατή. Υπάρχει μία πίεση στον καλλιτέχνη να παράγει πάντα κάτι "νέο". Ακόμα και αυτή η πρωτοτυπία όμως έχει τα όριά της και δεν είναι ανεξάντλητη. Έχουμε φτάσει σε πολλούς τομείς της ανθρώπινης έκφρασης σε μία κρίσιμη καμπή (σε παγκόσμιο επίπεδο), γιατί τα περισσότερα έχουν ειπωθεί, τα περισσότερα έχουν ακουστεί. Η αδυναμία έμπνευσης και η προσπάθεια αποφυγής της επανάληψης και του κάματου που απαιτεί μία ειλικρινής προσπάθεια, οδηγούν σε ακρότητες και ρηχούς εντυπωσιασμούς.
Από την άλλη πλευρά, αυτό δεν σημαίνει οτι πρέπει να καταδικάζουμε την τέχνη που δεν καταλαβαίνουμε ή που μας εξοργίζει, μας απωθεί ή "βεβηλωνει" τα "ιερά" και τα "όσιά" μας. Σίγουρα η λογοκρισία που εφαρμόστηκε σε προηγούμενες εκθέσεις (Art Athina και Ευα Στεφανή, η οποία επανέρχεται με ένα πιο soft περιεχόμενο) και η οποιαδήποτε λογοκρισία, αποτελούν σημάδι αναχρονισμού και υφέρποντος φασισμού. Άλλωστε είναι τόσα αυτά που μας εξοργίζουν και για τα οποία δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα στην καθημερινότητά μας, ώστε το να επιτεθούμε στην τέχνη που αναπαράγει την ζωή (βία, πάθος, πόνος, αγριότητα, καταστροφή, ασχήμια, απομόνωση) με τον δικό της ιδιόμορφο τρόπο, αποτελεί υποκρισία. Τίθεται όμως το άκρως αμφιλεγόμενο και υποκειμενικό ζήτημα της αισθητικής απόλαυσης. Είναι γεγονός οτι όσο περισσότερο ασχολείται κάποιος με την τέχνη, τόσο οξύνεται το αισθητήριό του και βελτιώνονται τα κριτήριά του. Πέρα από τα βασικά αισθητικά κριτήρια του ωραίου, του υψηλού, του καλαίσθητου, υπάρχουν λιγότερο ορατά στο απαίδευτο μάτι, που στους μυημένους, προκαλούν πνευματική διέγερση και αισθητική απόλαυση. Επομένως το να απαιτούμε από την τέχνη να λειτουργεί μέσα σε συμβατικά πλαίσια, ώστε να γίνεται κατανοητή και αισθητικά αποδεκτή από τις μάζες, αντιβαίνει στο πνεύμα του εκάστοτε δημιουργού της. Απαιτείται η κατάλληλη παιδεία, που να δώσει τα εφόδια στο φιλότεχνο να αντιμετωπίσει το έργο τέχνης στο επίπεδο της δημιουργίας του.
Οι στόχοι της τέχνης υπήρξαν διαφορετικοί στους αιώνες: η αναζήτηση των κρυμμένων νόμων της ομορφιάς, η αρμονία, η συγκίνηση, η πιστή αναπαράσταση της φύσης, η ανάδειξη της θρησκευτικότητας, η αλήθεια των πραγμάτων, η πολιτική δράση και αφύπνιση, η πραγματικότητα, η επίδειξη της δεξιοτεχνίας, η ανάδειξη μυνήματος, η έκφραση της προσωπικότητας του καλλιτέχνη και της καλλιτεχνικής του συνείδησης. Ο τελευταίος στόχος, βρίσκεται σήμερα στο προσκήνιο, παραμερίζοντας τους υπόλοιπους. Βέβαια δεν είμαστε εμείς αυτοί που θα επιβάλλουμε στον καλλιτέχνη το περιεχόμενο και τη μορφή των έργων του. Αυτός προσδιορίζει την τέχνη του, δεν καθορίζεται αυτός από την τέχνη. Αλλά τα ωραία έργα τέχνης, έστω κι αν δεν ακολουθούν την παράδοση, πάντα ευφραίνουν την ψυχή μας (για παράδειγμα, τα έργα του Σαλβαντόρ Νταλί ή του Ρενέ Μαγκρίτ).
Πιστεύω επίσης οτι πολλοί από τους καλλιτέχνες που εκφράζονται στα πλαίσια του μοντέρνου και του μεταμοντέρνου, δεν γνωρίζουν αρκετά από τεχνική ή δεν είναι πραγματικά εμπνευσμένοι, κρύβοντας την αδυναμία τους με τον εντυπωσιασμό του θεατή ή του ακροατή. Αυτό μου θυμίζει καλλιτέχνες της avant garde μουσικής, οι οποίοι πλασαρίστηκαν ως μεγαλοφυίες και πρωτοπόροι, επειδή μη γνωρίζοντας ικανοποιητικά τα όργανα που έπαιζαν, "αναγκάστηκαν" να παίξουν αντισυμβατική μουσική, χωρίς ιδιαίτερες τεχνικές απαιτήσεις. Φτάσαμε στο σημείο, όποιος θέλει και χωρίς προαπαιτούμενα, να προσδιορίζει τον εαυτό του ως καλλιτέχνη. Σύμφωνα με τον μεταμοντερνισμό, ο καθένας μας μπορεί να είναι καλλιτέχνης. Πλέον δεν ξέρουμε τι είναι τέχνη και τι δεν είναι. Πρέπει όμως με τη λογική μας να βάλουμε κάποια όρια, αλλιώς θα καταλήξουμε όπως το (φανταστικό;) περιστατικό στην Tate Modern με το πορτοφόλι που έπεσε από ένα επισκέπτη μιας έκθεσης και οι υπόλοιποι το παρατηρούσαν με θαυμασμό ως ένα ακόμα έργο τέχνης. Όταν δε ο επισκέπτης έσκυψε να το πάρει, ο φύλακας τον εμπόδισε λέγοντάς του οτι απαγορεύεται να ακουμπήσει τα εκθέματα! Είναι λυπηρό λοιπόν να θέλουν να μας πείσουν οτι κάτι που μπορει να σκεφτεί (και να φτιάξει) ένα παιδί του δημοτικού, μπορεί να είναι υψηλή τέχνη. Είναι λυπηρό έργα που θεωρούνται αριστουργήματα, να χαρακτηρίζονται σκουπίδια, όταν απλώς αλλάζει η υπογραφή του καλλιτέχνη, εν είδει πειράματος. Είναι λυπηρό καλλιτέχνες που θεωρούνται σπουδαίοι, να επαναλαμβάνουν συνεχώς το ίδιο μοτίβο, την ίδια τεχνοτροπία με παραλλαγές, ως σήμα κατατεθέν, με ένα σκεπτικό βιοτεχνίας, ανίκανοι να αποδείξουν οτι μπορούν να προσφέρουν κάτι διαφορετικό. Είναι λυπηρό ένα έργο τέχνης να σου προκαλει τέτοια απέχθεια και αποστροφή, που να μην αντέχεις να το παρακολουθήσεις περισσότερο από μερικά δευτερόλεπτα. Ο βασιλιάς συχνά είναι γυμνός, αλλά τις περισσότερες φορές έχουμε συμφωνήσει σιωπηρά να τον "βλέπουμε" ντυμένο.


Υ.Γ.1.Η κριτική στην τέχνη είναι υποκειμενική, επομένως δεν μπορούν να βγούν συμπεράσματα για την καλλιτεχνική αξία των έργων της έκθεσης. Άλλωστε γράφω ως μή ειδικός. Η προσωπική μου εκτίμηση βασίζεται στα αισθητικά μου κριτήρια, τη λογική και τις γνώσεις μου και αν τα έργα με αγγίζουν και έχουν κάτι να μου πούν. Είναι λογικό έργα που αρέσουν σε κάποιους, να μην αρέσουν σε κάποιους άλλους. Βγήκα από την έκθεση με ανάμεικτα συναισθήματα, αλλά ακόμα κι αν απογοητεύτηκα από ένα κομμάτι της, τελικά πιστεύω οτι άξιζε τον κόπο. Ειδικά τα video, απαιτούν αρκετό χρόνο και η παρακολούθηση μέρους τους μπορεί να απροσανατολίσει τον θεατή. Κρίμα που δεν εμφανίζονται Ελληνικοί υποτιτλοι σε όλα. Υπάρχουν κατ'εμέ πολύ καλές στιγμές στην έκθεση:
-Julian Rosefeldt και Piero Steinle με το εκκωφαντικό Detonation Deutschland (εικόνα από το Artnet)



-Void Network με το ακτιβιστικό video A Day on Planet Earth (video και εικόνα ληφθείσα από το http://nassoskappa.blackwhitemag.net)


-Folkert de Jong με το πολύχρωμο γλυπτό Βλέπει ο άνθρωπος. Το μάθημα της σκοποβολής (εικόνα ληφθείσα από το http://nassoskappa.blackwhitemag.net)



-Γιάννης Σαββίδης με το Athenscope (3 φανταστικοί πολεοδομικοί χάρτες της Αθήνας),

-Στέλιος Φαϊτάκης με τη τεράστια τοιχογραφία βυζαντινής τεχνοτροπίας Ο Σωκράτης πίνει το κώνειο (εικόνα από το http://tagr.tv),



-Olaf Breuning με το video: Home II (ένα χιουμοριστικό οδοιπορικό),

-The Otolith Group με το Inner Time of Television,

-Aidas Barekis με το γοτθικό Easy Times (εικόνα από το Artnet),


-Kajsa Dahlberg με το video Γυναικεία γροθιά (ένα μή-video για το γύρισμα ενός πορνογραφικού φίλμ, που ξαφνιάζει με την εξέλιξή του),

-Olaf Nicolai με το video Ροδάκης (γύρω από την ιστορία ενός ιδιαίτερου σπιτιού στην Αίγινα).

Έχει μεγάλη σημασία η ένταξη των έργων μέσα στα χρονικά πλαίσια που δημιουργήθηκαν και σε σχέση με τις ζωτικές πληροφορίες που τα συνοδεύουν.
Το Inner Time of Television των The Otolith Group προέρχεται από το The Owl’s Legacy, μία τηλεοπτική σειρά του 1989, παραγωγής του Ιδρύματος Ωνάση, αποτελούμενη από συνεντεύξεις διανοούμενων (Ελλήνων και ξένων) σχετικά με την Ελληνική πολιτιστική κληρονομιά. Κόπηκε στην διανομή και δεν προβλήθηκε ποτέ στην Ελλάδα, με το αιτιολογικό οτι πρόσβαλε την Ελληνική ταυτότητα!
Υ.Γ.2.Για όσα με ενόχλησαν στην έκθεση δεν θα γράψω τίποτα. Προτιμώ να κρατάω τις καλές στιγμές. Επίσης αποφάσισα να παρουσιάσω όλο το κείμενο, χωρίς συνέχειες, παρ'ότι είναι αρκετά εκτεταμένο.
Υ.Γ.3.Ενδιαφέροντα στοιχεία γύρω από τα παρασκήνια και την προετοιμασία της έκθεσης διαβάζω στο ιστολόγιο art attack.
Παραθέτω επίσης διάφορες απόψεις για την ποιότητα της έκθεσης και την τέχνη: Artforum, Φωτάδι, Καθημερινή, Artnet, Ελευθεροτυπία, art fairs international, Αrtinfo.
Το ιστολόγιο arxedia media περιέχει ένα video με αποσπάσματα από την έκθεση διάρκειας 10 λεπτών (εδώ ή εδώ).
Υ.Γ.4.Πριν γράψω για ένα θέμα, συζητώ και διαβάζω για αυτό, όπως διαβάζω και διάφορες απόψεις και εκτιμήσεις, ώστε να βγάλω τα κατάλληλα συμπεράσματα. Προσπάθησα λοιπόν να διαβάσω σχόλια σε καλλιτεχνικό forum και αηδίασα. Αυτός είναι ο πολιτισμός μας;
Υ.Γ.5.Πολλά στοιχεία για την ιστορία της τέχνης πήρα διαβάζοντας (με την ευκαιρία της προετοιμασίας αυτού του κειμένου) το βιβλίο "Το χρονικό της τέχνης" του E.H.Gombrich, ένα βιβλίο που με βοήθησε να βάλω σε τάξη τις σκόρπιες γνώσεις μου για την τέχνη και να μπώ στο πνεύμα του Καλλιτέχνη. Το βιβλίο αυτό το συνιστώ σε όσους θέλουν μία εκλαϊκευμένη και συμπυκνωμένη γνώση γύρω από την ιστορία και την εξέλιξη της τέχνης.

3 σχόλια:

inlovewithlife είπε...

Δεν είδα την έκθεση δυστυχώς. Να πω την αλήθεια θα έπρεπε αλλά είτε το εισιτήριο είτε μία αντιπάθειά μου για τη "μοντέρνα" τέχνη με αποθάρρυναν. Μετά είδα το έργο του Φαϊτάκη και του Κενού Δικτύου (αλλού) και το μετάνιωσα.

Σχεδόν σε όλα όσα λες συμφωνώ. Και γω κάπως έτσι σκέφτομαι για την τέχνη, η οποία θεωρώ ότι λείπει παντελώς από τη ζωή μας και σε αυτό δεν φταίει μόνο το σύστημα και ο τρόπος ζωής μας αλλά και εμείς προσωπικά. Απλώς σιχαίνομαι στη "μοντέρνα" τέχνη αυτό που είπες και εσύ, αυτό που αποπνέει δήθεν ή θάνατο ή απλώς είναι υπερβολικά κακό.

Για το θέμα της λογοκρισίας πιστεύω ότι ως χώρα έχουμε παράδοση λίγο μόνο κατώτερη των θεοκρατικών καθεστώτων. Ευτυχώς στη Μπιενάλλε δεν είχαμε τέτοια κρούσματα λογοκρισίας.

"Ένα βήμα μπροστά" είπε...

Φίλε inlovewithlife,
σε ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια. Στην Μπιεναλλε της Αθήνας υπήρξαν έργα που θα μπορούσαν να προκαλέσουν σφοδρές αντιδράσεις (όπως το video με τον μαύρο τσολιά με το στρίνγκ, το video με τον πρωταγωνιστή που αυνανιζόταν, το video της Στεφανή που είχε εναλλασσόμενα πλάνα της Ακρόπολης και soft πορνό λεσβιακού περιεχομένου), αλλά δεν ασχολήθηκε κανείς μαζί τους.

Ανώνυμος είπε...

magnificent

www.arelis.gr
περιεχει σειρα αρθρων τεχνης για νεους ελληνες καλλιτεχνες